|
Ο
Άνθιμος Βαμβάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περί το 1785. Στις αρχές
του 19ου αιώνα δίδαξε στην Ελληνική σχολή Διπλοκιονίου (Beşiktaş)
Κωνσταντινουπόλεως. Το 1815 χειροτονήθηκε Διάκονος. Στη συνέχεια
υπηρέτησε ως Μέγας Αρχιδιάκονος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κατόπιν
αφού χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος διορίστηκε Μέγας Πρωτοσύγκελος του
Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τον Οκτώβριο του 1825 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης
Ικονίου. Τον Σεπτέμβριο του 1835 εξελέγη Μητροπολίτης Λαρίσης. Τον Αύγουστου
του 1837 εξελέγη Μητροπολίτης Νικομηδείας. Στις 21 Φεβρουαρίου 1840 εξελέγη
Οικουμενικός Πατριάρχης. Στις 6 Μαΐου 1841 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από
τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ τον Α΄. Γράφει στην παραίτησή του «τὸ
πολύτυρβον καὶ πολυμέριμνον τῆς ὑψηλῆς πατριαρχικῆς περιωπῆς περισκοπούμενοι
καὶ τὴν ἐνοῦσαν ἡμῖν δύναμιν πρὸς ταῦτα ἥττονα κατανοοῦντες (...) προνοητικῇ
νεύσει τῆς κραταιᾶς βασιλείας ἀποδυσάμενοι τὸ πολύμοχθον τῆς πατριαρχείας,
εὐχαρίστως παραιτούμεθα». Στις 19 Οκτωβρίου 1848 εξελέγη
για δεύτερη φορά Οικουμενικός Πατριάρχης. Κατά τη δεύτερη Πατριαρχεία του
ανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη η Εκκλησία της Ελλάδος στις 29 Ιουνίου 1850, εκδοθέντος του σχετικού Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου. Στις 30 Οκτωβρίου
1852 παραιτήθηκε «τετραετίαν τὸ δεύτερον ἤδη διϊθύνασα ἐλέει Θεοῦ τὸν
ἁγιώτατον πατριαρχικὸν οἰκουμενικὸν θρόνον, καὶ τὸ πολυμέριμνον καὶ
πολύμοχθον τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὅση δύναμις ὑπενεγκοῦσα, νεύσει ἤδη
ἀνακτορικῇ ἀποτιθεμένη τὸ βαρὺ τοῦτο φορτίον, παραιτεῖται οἰκειοθελῶς» κατά
το κείμενο της παραιτήσεως. Εγκαταστάθηκε στην Πρίγκηπο όπου και εκοιμήθη στις
8
Ιουνίου 1878. |