|
Ο
Άνθιμος Ιωαννίδης γεννήθηκε περί το 1782 στη νήσο Κούταλη (Ekinlik) της
Προποντίδος. Αρχικά μόνασε στο Άγιον Όρος και κατόπιν διετέλεσε
Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Δέρκων. Το 1829 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης
Σερρών (εξελέγη τον Νοέμβριο του 1829). Τον Ιούνιο του 1833 εξελέγη
Μητροπολίτης Προύσης. Τον Απρίλιο του 1837 εξελέγη Μητροπολίτης Εφέσου. Στις
4 Δεκεμβρίου 1845 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης. Στις 17 Οκτωβρίου 1848
παύθηκε από την Υψηλή Πύλη. Στις 18 Οκτωβρίου 1848 υπέβαλε την παραίτησή
του «ἐπειδὴ ἤδη ὑψηλῇ ἐπινεύσει ἀπαλαττόμεθα τοῦ βάρους τῆς πατριαρχικῆς
περιωπῆς, ἀρχαίᾳ ἐκκλησιαστικῇ τάξει ἑπόμενοι, παραιτούμεθα τοῦ ἁγιωτάτου
οἰκουμενικοῦ θρόνου» κατά το κείμενο της παραιτήσεως. Εφησύχαζε στο Πικρίδιο
(Χάσκιοϊ) της Κωνσταντινουπόλεως. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1853 εξελέγη για
δεύτερη φορά Οικουμενικός Πατριάρχης. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1855 παύθηκε από
τις Οθωμανικές αρχές. Υπέβαλε επισήμως την παραίτησή του στις 21 Σεπτεμβρίου 1855,
στην οποία γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: «ἐπὶ διετίαν ἤδη τὸ δεύτερον
βαστάσασα τὸ πολύμοχθον βάρος τῆς τῶν πατριαρχικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν
πραγμάτων διακυβερνήσεως, ἐπειδὴ κατείδεν ἑαυτὴν καθημερινῶς πάσχουσαν πρὸς
τὰς τῶν πολυειδῶν τύρβεων καὶ περιστάσεων δυσχερείας, καὶ τῆς φίλης ἡσυχίας
καὶ ἀπραγμοσύνης τὸ ἄνετον καὶ γαλήνιον ἐπιποθούσαν». Για τρίτη φορά εξελέγη Οικουμενικός
Πατριάρχης στις 5 Σεπτεμβρίου 1871. Κατά την τρίτη πατριαρχεία Ανθίμου του ΣΤ΄ συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη Μεγάλη Σύνοδος, η οποία καταδίκασε τον
Εθνοφυλετισμό και κήρυξε σχισματική τη Βουλγαρική Εξαρχία. Στις 30
Σεπτεμβρίου 1873 παραιτήθηκε οικιοθελώς «ἐπειδὴ τὸ βαθὺ ἡμῶν γήρας καὶ τῶν
περιστάσεων τὸ τραχὺ οὐκ ἐπέτρεπον ἡμῖν ἵνα ἐπὶ πλέον τὸ βάρος τοῦτο
βαστάσωμεν (...) ἀποχωροῦντες ἤδη τῶν πατριαρχείων ἵνα τὸ λοιπὸν τοῦ βίου
ἡμῶν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ἀπραγμοσύνῃ ἀφοσιώσωμεν». Εκοιμήθη στις 8
Δεκεμβρίου 1877 στο Κανδηλί (Kandilli) του Βοσπόρου όπου εφησύχαζε. |