|
Γεννήθηκε
στον Βόλο ή στο χωριό Ροκοτίνη του Πωγωνίου περί το 1800. Το 1829 μετέβη
στην Αίγυπτο και χειροτονήθηκε Διάκονος από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας
Ιερόθεο τον Α΄ (1825-1845). Στις 27 Απριλίου 1852 έλαβε το οφίκιο του
Αρχιμανδρίτη από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιερόθεο τον Β΄ (1847-1858).
Εξελέγη Μητροπολίτης
Θηβαΐδος και εστάλη στα Ιεροσόλυμα προκειμένου να χειροτονηθεί στον βαθμό
του Επισκόπου. Η χειροτονία του πραγματοποιήθηκε στον Πανίερο Ναό της
Αναστάσεως Ιεροσολύμων στις 25 Μαΐου 1852. Τη χειροτονία τέλεσε ο
Μητροπολίτης Πέτρας Μελέτιος, συμπαραστατούμενος από τους Αρχιεπισκόπους
Γάζης Φιλήμονα και Νεαπόλεως Σαμουήλ. Τον Οκτώβριο του 1852 εστάλη από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιερόθεο τον Β΄ στη Μόσχα όπου παρέμεινε επί
δεκατρία έτη
συλλέγοντας εισφορές υπέρ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Το 1855 πέτυχε την
παραχώρηση από την Ρωσική κυβέρνηση του Ναού του Αγίου Νικολάου μετά του
παραπλεύρως οικοπέδου όπου το επόμενο έτος ιδρύθηκε το Μετόχιο του
Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Στη Μόσχα
ευρισκόμενος εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας στις 14 Ιανουαρίου 1866. Την 1
Απριλίου 1866 πραγματοποιήθηκε η ενθρόνισή του στην Αλεξάνδρεια. Τον Μάιο
του 1866 υπέστη βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο από το οποίο αρχικά δεν
διαφαινόταν ελπίδα
ανάρρωσης. Τον Ιούλιο του 1866 ανέρρωσε αλλά η διανοητική του κατάσταση ήταν
εξαιρετικά ασταθής με αποτέλεσμα να χειραγωγείται από το περιβάλλον του. Τον
Αύγουστο του 1866 όρισε ως Επίτροπό του τον Μητροπολίτη Θηβαΐδος Μελέτιο, ο
οποίος είχε χειροτονηθεί στην Βηρυτό τον Ιούλιο του 1866. Σταδιακά
δημιουργήθηκε αντιπολιτευτική ομάδα, η οποία τον Δεκέμβριο του 1866 όρισε ως
Επίτροπο του Πατριάρχη τον ιερομόναχο Ευγένιο Δάγκου-Ξηροποταμινό. Τα πράγματα
οξύνθηκα πολύ και οι αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Στις 16 Μαρτίου 1867 το
Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε ως Επίτροπο τον Ευγένιο Ξηροποταμινό.
Στις 5 Ιουνίου 1867 οι Μητροπολίτες Θηβαΐδος Μελέτιος και Λιβύης Αθανάσιος
εκτοπίστηκαν στη Σμύρνη εν μέσω πολλών αντιπαραθέσεων. Στις 8 Ιουνίου 1867 η
Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας όρισε ως Επίτροπό του Νικάνορα τον
Αρχιμανδρίτη Νείλο Εσφιγμενίτη. Στις 10 Φεβρουαρίου 1868 ο
ιερομόναχος Ευγένιος Ξηροποταμινός εν μέσω πολλών αντεγκλήσεων αναγκάστηκε
να υποβάλει την παραίτησή του και να αναχωρήσει από την Αίγυπτο. Στις 16
Μαρτίου 1869 ο ιερομόναχος Νείλος Εσφιγμενίτης χειροτονήθηκε Μητροπολίτης
Πενταπόλεως. Στις 19 Μαρτίου 1869 ο Πατριάρχης Νικάνωρ παραιτήθηκε. Γράφει
η παραίτησή του «τὴν ἔκρυθμον καὶ πολυδάκρυτον τοῦ Πατριαρχικοῦ θρόνου
κατάστασιν μετὰ βαρυαλγούσης καὶ συντετριμμένης καρδίας ὁρῶντες, καὶ τὸ
φρικαλέον τῆς φθορᾶς κῦμα στῆσαι ἐφιέμενος, πρό τινος χρόνου κοινῇ γνώμῃ καὶ
ψήφῳ ἐξελέξατο τοποτηρητὴν καὶ διάδοχον τοῦ θρόνου τὸν προσφάτως
χειροτονηθέντα Μητροπολίτην Πενταπόλεως Νεῖλον (...) ἀναγνωρισθέντα
ἐκκλησιαστικῶς καὶ πολιτικῶς καὶ ἐνεργοῦντα, ἄνδρα ἱεροπρεπῆ μὲν καὶ
παντοίαις ἀρεταῖς κεκοσμημένον, ἐχέγγυα δὲ παρέχοντα ὅτι διὰ τῆς ἐγνωσμένης
αὐτοῦ συνέσεως καὶ ἰκανότητος δυνηθήσεται ἐπαναγαγεῖν τὴν προτέραν τοῦ
θρόνου εὔκλειαν (...) καθορῶν ὅτι ἔνθεν μὴν τὸ γῆρας σφόδρα κατέκαμψέ με καὶ
τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἐπηύξησεν τά τε παντοία νοσηρὰ σωματικὰ ἀσθενήματα καὶ
ἕτερα πολυποίκιλα καὶ πικρότατα δεινὰ ἔνθεν δ' ὅτι τὸ τῆς φθορᾶς ρεῦμα
ἀδύνατον ἀνασταλῆναι, οἰκείᾳ γνώμῃ καὶ προαιρέσει καὶ ἐλευθέρᾳ καὶ
ἀνεπηρεάστῳ βουλήσει παραιτήσασθαι τὴν προστασίαν καὶ οἰκονομίαν τοῦ θρόνου
καὶ ἀναθεῖναι ταύτην τῷ πρότερον ὡς διαδόχῳ κοινῶς ἐκλεγέντι Μητροπολίτῃ
Πενταπόλεως Νείλῳ (...) παρατηροῦμεν δὲ ὅτι μόνον ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ ἱερότητος
[του Νείλου] παραιτούμεθα καὶ ἄν τυχὸν οὖτος ἀποτύχῃ ἀποσύρομεν τὴν
παραίτησιν ἡμῶν ταύτην». Στις
21 Μαρτίου 1869 εξελέγη ως διάδοχός του ο Πενταπόλεως Νείλος. Η εκλογή του
τελευταίου αναγνωρίστηκε από τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Ιεροσολύμων και
από την Εκκλησία της Ελλάδος. Ωστόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο προβάλλοντας
το επιχείρημα ότι ο Νείλος αναχώρησε στην Αίγυπτο χωρίς να λάβει κανονικό
απολυτήριο προέβη στην καθαίρεσή του θεωρώντας ως μη έγκυρη την παραίτηση
του Πατριάρχη Νικάνορα. Ο Πατριάρχης Νικάνωρ εκοιμήθη στις 27
Δεκεμβρίου 1869. |