|
Ο Μακαριώτατος Πάπας και
Πατριάρχης πρώην Αλεξανδρείας και Πρόεδρος Κεστεντηλίου κυρός Αρτέμιος.
(περ. 1775-1858). |
|
Ο Αρτέμιος Παρδάλης ή Παρδαλάκης γεννήθηκε Χανιά περί το 1775. Στις 16 Οκτωβρίου 1810 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ιεράς. Στην Κωνσταντινούπολη ευρισκόμενος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και στη συνέχεια μύησε και τον θείο του Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο. Το 1821 βρισκόταν στη Σαντορίνη (επέστρεφε στην Κρήτη), όπου πληροφορήθηκε για τις σφαγές που έγιναν στην Κρήτη. Ύστερα από αυτό διέφυγε στην Αίγυπτο. Διατήρησε τον τίτλο του Επισκόπου Ιεράς ευρισκόμενος εμπερίστατος εκτός της επαρχίας του. Το α΄ εξάμηνο του 1826 παύθηκε από την επαρχιακή Σύνοδο της Μητροπόλεως Κρήτης καθώς δήλωσε αδυναμία να επιστρέψει στην Κρήτη. Τον Ιούνιο του 1827 εξελέγη Μητροπολίτης Κεστεντηλίου. Λόγω προβλημάτων υγείας διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και διοικούσε την επαρχία του μέσω Βοηθών Επισκόπων. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1845 εξελέγη Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Η εκλογή του προσέκρουσε στην έντονη αντίδραση των χριστιανών της Αλεξανδρείας και αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 30 Ιανουαρίου 1847 με το αιτιολογικό «ἐπειδὴ ὁ τῆς κακίας ἐφευρέτης διάβολος καὶ κοινὸς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους πολέμιος καὶ ἐξαιρέτως τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ἐχθρὸς ἀδιάλλακτος, οὐκ ἐπαύσατο ἀπ' ἀρχῆς τῆς εἰς τὸν Πατριαρχικὸν τῆς Ἀλεξανδρείας θρόνον κανονικῆς ἡμῶν ἐγκαταστάσεως, διάφορα παρεμβάλλων προσκόμματα καὶ ποικίλα ὑποκινὼν μηχανήματα, οὐ τουσοῦτον πρὸς τὴν τῆς ἡμετέρας ἐγκαταστάσεως ἀνατροπὴν ὅσον πρὸς τὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καθεστώτων κλονισμόν, καὶ ἅμα μὲν διχονοίας σπέρματα μεταξύ τοῦ Αἰγυπτιακοῦ καὶ Ἀλεξανδρινοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ παρενσπείρων, ἅμα δὲ εἰς διχοστασίαν τὰς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας διεγεῖραι σπεύδων, τὸν ψυχικὸν τῶν ἀκεραίων καὶ ἀκάκων ὄλεθρον ἐπηπείλει, ἀφορμήν τὰ τῆς ἡμετέρας ἐνθέσμου Πατριαρχείας ποιούμενος καὶ ὡς ἀντικανονικὰ ταῦτα τοῖς οὐκ εἰδόσι διαβάλλων καὶ συκοφαντῶν, διὰ ταῦτα, καὶ ὅσα ἄλλα συντομίας παραλείπομεν χάριν, ὑφορώμενοι ἐπὶ τέλους, μὴ ἐξ ἁμαρτιῶν ἡμῶν κατισχύσασα ἡ τοῦ πολεμήτορος σατανικὴ ἐπήρεια, μεχίστην ἐπαγάγωσι τὴν ψυχικὴν βλάβην κατὰ τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ θρόνου καὶ πολλὴν ἐμποιήσωσι τὴν ταραχὴν ταῖς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαις, καὶ μηδόλως ἀνεχόμενοι τὰ τῆς ἡμετέρας ἐγκαταστάσεως εἰς τὸν Πατριαρχικὸν τῆς Ἀλεξανδρείας θρόνον παραίτια ἀνησυχίας τῇ Ἐκκλησίᾳ γενέσθαι καὶ πρόξενα ζημίας πνευματικῆς τῷ Ὀρθοδόξῳ τοῦ θρόνου λαῷ, καὶ ὡς Ἀρχιερεὺς (εἰ καὶ ἀνάξιος) τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος εἰσηγητὴς τῆς κατὰ Χριστὸν εἰρήνης πρὸς τοὺς πιστούς, προτιμῶντες τὴν κοινὴν τῶν Ἐκκλησιῶν εἰρήνην μᾶλλον ἢ τὴν ἡμετέραν διαμονὴν ἐπὶ τοῦ θρόνου διὰ τῆς ἐπιμόνου ἡμῶν δικαίας καὶ κανονικῆς ἀντιποιήσεως αὐτοῦ, καὶ μᾶλον τὸ τοῦ ἑτέρου ζητοῦντες συμφέρον ἢ τὸ ἡμέτερον, κατὰ τὸν Ἀπόστολον, ἔγνωμεν τὸ τελευταῖον μακρυνθῆναι ὅλως τοῦ Πατριαρχικοῦ τούτου θρόνου πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἀναφυέντων σκανδάλων καὶ ἀποκατάστασιν τῆς κοινῆς εἰρήνης καὶ ἡσυχίας». Την ίδια ημέρα αποκαταστάθηκε Προεδρικώς στη Μητρόπολη Κεστεντηλίου. Συνέχισε να διοικεί τη Μητρόπολη από την Κωνσταντινούπολη μέσω αντιπροσώπων. Εκοιμήθη στην Κωνσταντινούπολη στις 6 Νοεμβρίου 1858. Ενταφιάστηκε στη Χάλκη των Πριγκηποννήσων. |
Αναθεώρηση: Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2025.